ακαζάντιστος
•
- λαϊκότροποπου δεν έχει καζαντίσει ή δεν μπορεί να καζαντίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαζάντιστος < α- + καζαντίζω + -τος < μεσαιωνική ελληνική καζαντίζω < τουρκική kazandı < kazanmak < οθωμανική τουρκική قزانمق (qazanmaq) < πρωτοτουρκική *kaŕgan
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαζάντιστος | ακαζάντιστη | ακαζάντιστο |
| Γενική | ακαζάντιστου | ακαζάντιστης | ακαζάντιστου |
| Αιτιατική | ακαζάντιστο | ακαζάντιστη | ακαζάντιστο |
| Κλητική | ακαζάντιστε | ακαζάντιστη | ακαζάντιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαζάντιστοι | ακαζάντιστες | ακαζάντιστα |
| Γενική | ακαζάντιστων | ακαζάντιστων | ακαζάντιστων |
| Αιτιατική | ακαζάντιστους | ακαζάντιστες | ακαζάντιστα |
| Κλητική | ακαζάντιστοι | ακαζάντιστες | ακαζάντιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →