Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζαντίζω

/ka.zanˈdi.zo/ρήμα
•
  1. πλουτίζω, αποκτώ περιουσία Βικιλεξικό
    • Κι αποφάσισα να ξενιτευτώ και γω, να πάω να καζαντίσω και να 'ρθω να πάρω την Αννιώ με το σπαθί μου. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1923) Η Αννιώ [διήγημα])

Ετυμολογία

καζαντίζω < μεσαιωνική ελληνική καζαντίζω < τουρκική kazandı < kazanmak < οθωμανική τουρκική قزانمق (qazanmaq) < πρωτοτουρκική *kaŕgan

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαζαντίζωκαζαντίζειςκαζαντίζεικαζαντίζουμεκαζαντίζετεκαζαντίζουν / καζαντίζουνε
Παρατατικόςκαζάντιζακαζάντιζεςκαζάντιζεκαζαντίζαμεκαζαντίζατεκαζάντιζαν / καζαντίζαν / καζαντίζανε
Αόριστοςκαζάντισακαζάντισεςκαζάντισεκαζαντίσαμεκαζαντίσατεκαζάντισαν / καζαντίσαν / καζαντίσανε
Μέλλονταςθα καζαντίζω / θα καζαντίσωθα καζαντίζεις / θα καζαντίσειςθα καζαντίζει / θα καζαντίσειθα καζαντίζουμε / θα καζαντίσουμεθα καζαντίζετε / θα καζαντίσετεθα καζαντίζουν / θα καζαντίζουνε / θα καζαντίσουν / θα καζαντίσουνε
Παρακείμενοςέχω καζαντίσειέχεις καζαντίσειέχει καζαντίσειέχουμε καζαντίσειέχετε καζαντίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καζαντίσειείχες καζαντίσειείχε καζαντίσειείχαμε καζαντίσει——
Υποτακτικήνα έχω καζαντίσει / να καζαντίζω / να καζαντίσωνα έχεις καζαντίσει / να καζαντίζεις / να καζαντίσειςνα έχει καζαντίσει / να καζαντίζει / να καζαντίσεινα έχουμε καζαντίσει / να καζαντίζουμε / να καζαντίσουμενα έχετε καζαντίσει / να καζαντίζετε / να καζαντίσετενα καζαντίζουν / να καζαντίζουνε / να καζαντίσουν / να καζαντίσουνε
Προστακτική—καζάντιζε / καζάντισε——καζαντίζετε / καζαντίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →