ακαθισιά
•
- λαϊκότροποτο να μην κάθεται κάποιος ήρεμα, το να κινείται συνεχώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαθισιά < α- + καθισ- (καθίζω) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαθισιά | ακαθισιές |
| Γενική | ακαθισιάς | ακαθισιών |
| Αιτιατική | ακαθισιά | ακαθισιές |
| Κλητική | ακαθισιά | ακαθισιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →