Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαινοτόμητος

/a.ce.noˈto.mi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κάνει ή δεν έχει υποστεί καινοτομίες, αλλαγές ή νεωτερισμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαινοτόμητος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀκαινοτόμητος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + καινο- + τόμη + -τος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαινοτόμητοςακαινοτόμητηακαινοτόμητο
Γενικήακαινοτόμητουακαινοτόμητηςακαινοτόμητου
Αιτιατικήακαινοτόμητοακαινοτόμητηακαινοτόμητο
Κλητικήακαινοτόμητεακαινοτόμητηακαινοτόμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαινοτόμητοιακαινοτόμητεςακαινοτόμητα
Γενικήακαινοτόμητωνακαινοτόμητωνακαινοτόμητων
Αιτιατικήακαινοτόμητουςακαινοτόμητεςακαινοτόμητα
Κλητικήακαινοτόμητοιακαινοτόμητεςακαινοτόμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →