Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαπλάντιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν καπλαντίσει, που δεν φέρει καπλαμά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαπλάντιστος < α- + καπλαντίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαπλάντιστοςακαπλάντιστηακαπλάντιστο
Γενικήακαπλάντιστουακαπλάντιστηςακαπλάντιστου
Αιτιατικήακαπλάντιστοακαπλάντιστηακαπλάντιστο
Κλητικήακαπλάντιστεακαπλάντιστηακαπλάντιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαπλάντιστοιακαπλάντιστεςακαπλάντιστα
Γενικήακαπλάντιστωνακαπλάντιστωνακαπλάντιστων
Αιτιατικήακαπλάντιστουςακαπλάντιστεςακαπλάντιστα
Κλητικήακαπλάντιστοιακαπλάντιστεςακαπλάντιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →