καπλαντίζω
•
- επενδύω, επικαλύπτω κάποιο υλικό ή αντικείμενο με καπλαμά Βικιλεξικό
- ειδικότερακαλύπτω μόνιμα ένα πάπλωμα με σεντόνι ή άλλο αντικείμενο από μαλακό ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπλαντίζω < τουρκική kapladı < kaplamak < οθωμανική τουρκική قاپلامق (καλύπτω, επενδύω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπλαντίζω | καπλαντίζεις | καπλαντίζει | καπλαντίζουμε | καπλαντίζετε | καπλαντίζουν / καπλαντίζουνε |
| Παρατατικός | καπλάντιζα | καπλάντιζες | καπλάντιζε | καπλαντίζαμε | καπλαντίζατε | καπλάντιζαν / καπλαντίζαν / καπλαντίζανε |
| Αόριστος | καπλάντισα | καπλάντισες | καπλάντισε | καπλαντίσαμε | καπλαντίσατε | καπλάντισαν / καπλαντίσαν / καπλαντίσανε |
| Μέλλοντας | θα καπλαντίζω / θα καπλαντίσω | θα καπλαντίζεις / θα καπλαντίσεις | θα καπλαντίζει / θα καπλαντίσει | θα καπλαντίζουμε / θα καπλαντίσουμε | θα καπλαντίζετε / θα καπλαντίσετε | θα καπλαντίζουν / θα καπλαντίζουνε / θα καπλαντίσουν / θα καπλαντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπλαντίσει | έχεις καπλαντίσει | έχει καπλαντίσει | έχουμε καπλαντίσει | έχετε καπλαντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπλαντίσει | είχες καπλαντίσει | είχε καπλαντίσει | είχαμε καπλαντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπλαντίσει / να καπλαντίζω / να καπλαντίσω | να έχεις καπλαντίσει / να καπλαντίζεις / να καπλαντίσεις | να έχει καπλαντίσει / να καπλαντίζει / να καπλαντίσει | να έχουμε καπλαντίσει / να καπλαντίζουμε / να καπλαντίσουμε | να έχετε καπλαντίσει / να καπλαντίζετε / να καπλαντίσετε | να καπλαντίζουν / να καπλαντίζουνε / να καπλαντίσουν / να καπλαντίσουνε |
| Προστακτική | — | καπλάντιζε / καπλάντισε | — | — | καπλαντίζετε / καπλαντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →