ακαριαίος
•
- που συμβαίνει σε μια στιγμή, σε ελάχιστο, σχεδόν μηδενικό, χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακαριαίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκαριαῖος < ἀκαρής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαριαίος | ακαριαία | ακαριαίο |
| Γενική | ακαριαίου | ακαριαίας | ακαριαίου |
| Αιτιατική | ακαριαίο | ακαριαία | ακαριαίο |
| Κλητική | ακαριαίε | ακαριαία | ακαριαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακαριαίοι | ακαριαίες | ακαριαία |
| Γενική | ακαριαίων | ακαριαίων | ακαριαίων |
| Αιτιατική | ακαριαίους | ακαριαίες | ακαριαία |
| Κλητική | ακαριαίοι | ακαριαίες | ακαριαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →