Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταγέλαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν τον έχουν καταγελάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταγέλαστος < αρχαία ελληνική ἀκαταγέλαστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταγέλαστοςακαταγέλαστηακαταγέλαστο
Γενικήακαταγέλαστουακαταγέλαστηςακαταγέλαστου
Αιτιατικήακαταγέλαστοακαταγέλαστηακαταγέλαστο
Κλητικήακαταγέλαστεακαταγέλαστηακαταγέλαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταγέλαστοιακαταγέλαστεςακαταγέλαστα
Γενικήακαταγέλαστωνακαταγέλαστωνακαταγέλαστων
Αιτιατικήακαταγέλαστουςακαταγέλαστεςακαταγέλαστα
Κλητικήακαταγέλαστοιακαταγέλαστεςακαταγέλαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →