Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταγελώ

ρήμα
•
  1. λόγιοπεριγελώ, περιπαίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταγελώ < αρχαία ελληνική καταγελάω / καταγελῶ < κατα- + γελάω / γελῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταγελάω / καταγελώκαταγελάςκαταγελά / καταγελάεικαταγελάμε / καταγελούμεκαταγελάτεκαταγελάν / καταγελάνε / καταγελούν / καταγελούνε
Παρατατικόςκαταγελούσακαταγελούσεςκαταγελούσεκαταγελούσαμεκαταγελούσατεκαταγελούσαν / καταγελούσανε
Αόριστοςκαταγέλησακαταγέλησεςκαταγέλησεκαταγελήσαμεκαταγελήσατεκαταγέλησαν / καταγελήσαν / καταγελήσανε
Μέλλονταςθα καταγελάω / θα καταγελήσω / θα καταγελώθα καταγελάς / θα καταγελήσειςθα καταγελά / θα καταγελάει / θα καταγελήσειθα καταγελάμε / θα καταγελήσουμε / θα καταγελούμεθα καταγελάτε / θα καταγελήσετεθα καταγελάν / θα καταγελάνε / θα καταγελήσουν / θα καταγελήσουνε / θα καταγελούν / θα καταγελούνε
Παρακείμενοςέχω καταγελήσειέχεις καταγελήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα καταγελήσει—————
Υποτακτικήνα έχω καταγελήσει / να καταγελάω / να καταγελήσω / να καταγελώνα έχεις καταγελήσει / να καταγελάς / να καταγελήσειςνα καταγελά / να καταγελάει / να καταγελήσεινα καταγελάμε / να καταγελήσουμε / να καταγελούμενα καταγελάτε / να καταγελήσετενα καταγελάν / να καταγελάνε / να καταγελήσουν / να καταγελήσουνε / να καταγελούν / να καταγελούνε
Προστακτική—καταγέλα / καταγέλαγε / καταγέλησε——καταγελάτε / καταγελήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →