Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταζήτητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν καταζητείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταζήτητος < μεσαιωνική ελληνική ἀκαταζήτητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταζήτητοςακαταζήτητηακαταζήτητο
Γενικήακαταζήτητουακαταζήτητηςακαταζήτητου
Αιτιατικήακαταζήτητοακαταζήτητηακαταζήτητο
Κλητικήακαταζήτητεακαταζήτητηακαταζήτητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταζήτητοιακαταζήτητεςακαταζήτητα
Γενικήακαταζήτητωνακαταζήτητωνακαταζήτητων
Αιτιατικήακαταζήτητουςακαταζήτητεςακαταζήτητα
Κλητικήακαταζήτητοιακαταζήτητεςακαταζήτητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →