καταζητώ
•
- προσπαθώ ερευνώντας να βρω το κρησφύγετο κάποιου καταδιωκόμενου ή τον τόπο όπου βρίσκεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταζητώ < ελληνιστική κοινή καταζητέω / καταζητῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική poursuivre)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταζητάω / καταζητώ | καταζητάς | καταζητά / καταζητάει | καταζητάμε / καταζητούμε | καταζητάτε | καταζητάν / καταζητάνε / καταζητούν / καταζητούνε |
| Παρατατικός | καταζητούσα | καταζητούσες | καταζητούσε | καταζητούσαμε | καταζητούσατε | καταζητούσαν / καταζητούσανε |
| Αόριστος | καταζήτησα | καταζήτησες | καταζήτησε | καταζητήσαμε | καταζητήσατε | καταζήτησαν / καταζητήσαν / καταζητήσανε |
| Μέλλοντας | θα καταζητάω / θα καταζητήσω / θα καταζητώ | θα καταζητάς / θα καταζητήσεις | θα καταζητά / θα καταζητάει / θα καταζητήσει | θα καταζητάμε / θα καταζητήσουμε / θα καταζητούμε | θα καταζητάτε / θα καταζητήσετε | θα καταζητάν / θα καταζητάνε / θα καταζητήσουν / θα καταζητήσουνε / θα καταζητούν / θα καταζητούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταζητήσει | έχεις καταζητήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταζητήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταζητήσει / να καταζητάω / να καταζητήσω / να καταζητώ | να έχεις καταζητήσει / να καταζητάς / να καταζητήσεις | να καταζητά / να καταζητάει / να καταζητήσει | να καταζητάμε / να καταζητήσουμε / να καταζητούμε | να καταζητάτε / να καταζητήσετε | να καταζητάν / να καταζητάνε / να καταζητήσουν / να καταζητήσουνε / να καταζητούν / να καταζητούνε |
| Προστακτική | — | καταζήτα / καταζήταγε / καταζήτησε | — | — | καταζητάτε / καταζητήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →