Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαταλόγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου δεν μπορεί να του καταλογιστεί ευθύνη, επειδή ενεργεί παράλογα, είτε επειδή πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα είτε για άλλους λόγους Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοακαταλόγιστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαταλόγιστος < α- + καταλογίζω + -τος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική irresponsable)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταλόγιστοςακαταλόγιστηακαταλόγιστο
Γενικήακαταλόγιστουακαταλόγιστηςακαταλόγιστου
Αιτιατικήακαταλόγιστοακαταλόγιστηακαταλόγιστο
Κλητικήακαταλόγιστεακαταλόγιστηακαταλόγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακαταλόγιστοιακαταλόγιστεςακαταλόγιστα
Γενικήακαταλόγιστωνακαταλόγιστωνακαταλόγιστων
Αιτιατικήακαταλόγιστουςακαταλόγιστεςακαταλόγιστα
Κλητικήακαταλόγιστοιακαταλόγιστεςακαταλόγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →