καταλογιστός
•
- αυτός που υπόκειται ή επιβαρύνεται με κάποιο καταλογισμό (ευθύνης, πράξης, πληρωμής τελών, κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταλογιστός < καταλογίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταλογιστός | καταλογιστή / καταλογιστη | καταλογιστο / καταλογιστό |
| Γενική | καταλογιστού | καταλογιστής | καταλογιστού |
| Αιτιατική | καταλογιστό | καταλογιστή | καταλογιστό |
| Κλητική | καταλογιστέ | καταλογιστή | καταλογιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταλογιστοί | καταλογιστές | καταλογιστά |
| Γενική | καταλογιστών | καταλογιστών | καταλογιστών |
| Αιτιατική | καταλογιστούς | καταλογιστές | καταλογιστά |
| Κλητική | καταλογιστοί | καταλογιστές | καταλογιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →