Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλογιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που υπόκειται ή επιβαρύνεται με κάποιο καταλογισμό (ευθύνης, πράξης, πληρωμής τελών, κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλογιστός < καταλογίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταλογιστόςκαταλογιστή / καταλογιστηκαταλογιστο / καταλογιστό
Γενικήκαταλογιστούκαταλογιστήςκαταλογιστού
Αιτιατικήκαταλογιστόκαταλογιστήκαταλογιστό
Κλητικήκαταλογιστέκαταλογιστήκαταλογιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταλογιστοίκαταλογιστέςκαταλογιστά
Γενικήκαταλογιστώνκαταλογιστώνκαταλογιστών
Αιτιατικήκαταλογιστούςκαταλογιστέςκαταλογιστά
Κλητικήκαταλογιστοίκαταλογιστέςκαταλογιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →