Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατεδάφιστος

/a.ka.teˈða.fi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κατεδαφιστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν επιτρέπεται να κατεδαφιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακατεδάφιστος < α- στερητικό + κατεδαφισ- (του κατεδαφίζω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατεδάφιστοςακατεδάφιστηακατεδάφιστο
Γενικήακατεδάφιστουακατεδάφιστηςακατεδάφιστου
Αιτιατικήακατεδάφιστοακατεδάφιστηακατεδάφιστο
Κλητικήακατεδάφιστεακατεδάφιστηακατεδάφιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατεδάφιστοιακατεδάφιστεςακατεδάφιστα
Γενικήακατεδάφιστωνακατεδάφιστωνακατεδάφιστων
Αιτιατικήακατεδάφιστουςακατεδάφιστεςακατεδάφιστα
Κλητικήακατεδάφιστοιακατεδάφιστεςακατεδάφιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →