ακατεδάφιστος
•
- που δεν έχει κατεδαφιστεί Βικιλεξικό
- που δεν επιτρέπεται να κατεδαφιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακατεδάφιστος < α- στερητικό + κατεδαφισ- (του κατεδαφίζω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατεδάφιστος | ακατεδάφιστη | ακατεδάφιστο |
| Γενική | ακατεδάφιστου | ακατεδάφιστης | ακατεδάφιστου |
| Αιτιατική | ακατεδάφιστο | ακατεδάφιστη | ακατεδάφιστο |
| Κλητική | ακατεδάφιστε | ακατεδάφιστη | ακατεδάφιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακατεδάφιστοι | ακατεδάφιστες | ακατεδάφιστα |
| Γενική | ακατεδάφιστων | ακατεδάφιστων | ακατεδάφιστων |
| Αιτιατική | ακατεδάφιστους | ακατεδάφιστες | ακατεδάφιστα |
| Κλητική | ακατεδάφιστοι | ακατεδάφιστες | ακατεδάφιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →