κατεδαφίζω
•
- γκρεμίζω οικοδόμημα έως ότου ισοπεδωθεί Βικιλεξικό
- Τό δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς τόν Α νά ἐγείρη παράπηγμα ἐπὶ ἐθνικοῦ οἰκοπέδου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατεδαφίζῃ τοῦτο καὶ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικόν, ὁπόταν τῷ ἐπιτάξῃ τὸ δημόσιον. Πέρὶ τούτου δὲ συνετάχθη καὶ συμβόλαιον. Ὁ Α κατώρθωσε κατόπιν νὰ μεταβάλῃ λάθρᾳ τὸ κατ ̓ ἀρχὰς ἀνεγερθέν παρ' αὐτοῦ ξύλινον παράπηγμα εἰς οἰκοδόμημα ἐκ λίθινων τοίχων (Νομική, τομ. 1, 1895, σελ. 220 https://www.google.gr/books/edition/Nomik%C4%93/kSYaAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1&pg=PA220&printsec=frontcover)
- καταστρέφω ολοσχερώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεδαφίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεδαφίζω < κατ(α)- + μεσαιωνική και αρχαία ελληνική ἐδαφίζω ("ρίχνω στο έδαφος"). Αναλύεται σε κατ(α)- + έδαφ(ος) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατεδαφίζω | κατεδαφίζεις | κατεδαφίζει | κατεδαφίζουμε | κατεδαφίζετε | κατεδαφίζουν / κατεδαφίζουνε |
| Παρατατικός | κατεδάφιζα | κατεδάφιζες | κατεδάφιζε | κατεδαφίζαμε | κατεδαφίζατε | κατεδάφιζαν / κατεδαφίζαν / κατεδαφίζανε |
| Αόριστος | κατεδάφισα | κατεδάφισες | κατεδάφισε | κατεδαφίσαμε | κατεδαφίσατε | κατεδάφισαν / κατεδαφίσαν / κατεδαφίσανε |
| Μέλλοντας | θα κατεδαφίζω / θα κατεδαφίσω | θα κατεδαφίζεις / θα κατεδαφίσεις | θα κατεδαφίζει / θα κατεδαφίσει | θα κατεδαφίζουμε / θα κατεδαφίσουμε | θα κατεδαφίζετε / θα κατεδαφίσετε | θα κατεδαφίζουν / θα κατεδαφίζουνε / θα κατεδαφίσουν / θα κατεδαφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατεδαφίσει | έχεις κατεδαφίσει | έχει κατεδαφίσει | έχουμε κατεδαφίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατεδαφίσει | είχες κατεδαφίσει | είχε κατεδαφίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατεδαφίσει / να κατεδαφίζω / να κατεδαφίσω | να έχεις κατεδαφίσει / να κατεδαφίζεις / να κατεδαφίσεις | να έχει κατεδαφίσει / να κατεδαφίζει / να κατεδαφίσει | να έχουμε κατεδαφίσει / να κατεδαφίζουμε / να κατεδαφίσουμε | να κατεδαφίζετε / να κατεδαφίσετε | να κατεδαφίζουν / να κατεδαφίζουνε / να κατεδαφίσουν / να κατεδαφίσουνε |
| Προστακτική | — | κατεδάφιζε / κατεδάφισε | — | — | κατεδαφίζετε / κατεδαφίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατεδαφίστηκακατεδαφίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →