Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακηδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αμέριμνος, ξέγνοιαστος Βικιλεξικό
  2. αμελής, αδιάφορος Βικιλεξικό
  3. οκνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακηδής < αρχαία ελληνική ἀκηδής < ἀ- + κῆδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακηδήςακηδήςακηδές
Γενικήακηδούςακηδούςακηδούς
Αιτιατικήακηδήακηδήακηδές
Κλητικήακηδή / ακηδήςακηδήςακηδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακηδείςακηδείςακηδή
Γενικήακηδώνακηδώνακηδών
Αιτιατικήακηδείςακηδείςακηδή
Κλητικήακηδείςακηδείςακηδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →