ακηδία
•
- λόγιοαθυμία και ανορεξία που κάνει έναν άνθρωπο απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο Βικιλεξικό
- γιὰ νὰ τοὺς πάρει ἕνα ἕνα // τ' ἄδεια κεφάλια καὶ νὰ νιώσει / (γιὰ τ' ἄλλα εἶχε μετανιώσει) // πολὺ βαθιὰ τὴν ἀηδία / προτοῦ δοθεῖ στὴν ἀκηδία. (Δ. Καψάλης, «Μικρὴ νυχτερινὴ ἱστορία», 2, Μιὰ ὑπόθεση εὐδαιμονίας, Ἀθήνα 2014)
Ετυμολογία
ακηδία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκηδία / ἀκηδεία < ἀκήδεια < αρχαία ελληνική ἀκηδής < ἀ- + κῆδος (φροντίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακηδία | ακηδίες |
| Γενική | ακηδίας | ακηδιών |
| Αιτιατική | ακηδία | ακηδίες |
| Κλητική | ακηδία | ακηδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →