Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακλόνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν κλονίζεται Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου εφαρμόζει σταθερά τις απόψεις του, που παραμένει πιστός στις ιδέες του Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν μπορείς να τον αμφισβητήσεις, αδιάσειστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακλόνητος < (ελληνιστική κοινή) ἀκλόνητος < ἀ- στερητικό + κλονέω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακλόνητοςακλόνητηακλόνητο
Γενικήακλόνητουακλόνητηςακλόνητου
Αιτιατικήακλόνητοακλόνητηακλόνητο
Κλητικήακλόνητεακλόνητηακλόνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακλόνητοιακλόνητεςακλόνητα
Γενικήακλόνητωνακλόνητωνακλόνητων
Αιτιατικήακλόνητουςακλόνητεςακλόνητα
Κλητικήακλόνητοιακλόνητεςακλόνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →