αμετάβλητος
•
- που δεν έχει μεταβληθεί ή δεν μπορεί να μεταβληθεί Βικιλεξικό
- πληροφορικήγια δομή δεδομένων, η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί (αφού της έχει γίνει ανάθεση τιμής) παρά μόνο αν γίνει αντικατάσταση της τιμής της (overwriting) Βικιλεξικό
- η δομή δεδομένων πλειάδα (tuple) είναι αμετάβλητη (immutable) γιατί δεν μπορούν να προσθαφαιρεθούν στοιχεία, αλλά ούτε και να τροποποιηθούν τα ήδη υπάρχοντα
Ετυμολογία
αμετάβλητος < αρχαία ελληνική ἀμετάβλητος < μεταβάλλω < βάλλω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμετάβλητος | αμετάβλητη | αμετάβλητο |
| Γενική | αμετάβλητου | αμετάβλητης | αμετάβλητου |
| Αιτιατική | αμετάβλητο | αμετάβλητη | αμετάβλητο |
| Κλητική | αμετάβλητε | αμετάβλητη | αμετάβλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμετάβλητοι | αμετάβλητες | αμετάβλητα |
| Γενική | αμετάβλητων | αμετάβλητων | αμετάβλητων |
| Αιτιατική | αμετάβλητους | αμετάβλητες | αμετάβλητα |
| Κλητική | αμετάβλητοι | αμετάβλητες | αμετάβλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →