ακολουθιακός
•
- σχετιζόμενος με ή αναφερόμενος στην ακολουθία Βικιλεξικό
- πληροφορικήσειριακός Βικιλεξικό
- 2006-8 «Εφαρμογές Πληροφορικής Υπολογιστών (Λυκείου), Περιγραφή, Μαγνητική ταινία»
- μαθηματικάπου έχει σχέση με ακολουθία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
- 2022 Νίκος Γιαλελής, «Θεωρία κατανομών», σελ. 37
- φυσικήπου αφορά κυκλώματα που η έξοδός τους συναρτάται με τις τιμές εισόδου αλλά και την προηγούμενη κατάσταση του κυκλώματος Βικιλεξικό
- 2013 «Βασικά ακολουθιακά κυκλώματα, 6.1 Εισαγωγή»
Ετυμολογία
ακολουθιακός < ακολουθί(α) + -ακός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sequential, ο όρος μαρτυρείται από το 1951.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακολουθιακός | ακολουθιακή | ακολουθιακό |
| Γενική | ακολουθιακού | ακολουθιακής | ακολουθιακού |
| Αιτιατική | ακολουθιακό | ακολουθιακή | ακολουθιακό |
| Κλητική | ακολουθιακέ | ακολουθιακή | ακολουθιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακολουθιακοί | ακολουθιακές | ακολουθιακά |
| Γενική | ακολουθιακών | ακολουθιακών | ακολουθιακών |
| Αιτιατική | ακολουθιακούς | ακολουθιακές | ακολουθιακά |
| Κλητική | ακολουθιακοί | ακολουθιακές | ακολουθιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →