ακολουθία
•
- η λογική σειρά σκέψης, λόγου και πράξης, η συνεχής και συνεκτική διαδοχή τους Βικιλεξικό
- το κείμενό σου δεν έχει ακολουθία, άρα δε θα πείσει
- η ομάδα ανθρώπων που ακολουθεί ή συνοδεύει σημαντικά (συνήθως) πρόσωπα Βικιλεξικό
- εμφανίστηκε η δημοφιλής ηθοποιός με την ακολουθία της
- γραμματικήακολουθία των χρόνων: η συντακτική σχέση και συμφωνία των ρημάτων ανάμεσα την κύρια και τη δευτερεύουσα (εξαρτημένη) πρόταση που καθορίζεται από κανόνες Βικιλεξικό
- σύμφωνα με την ακολουθία των χρόνων, η δευτερεύουσα εκφέρεται με Ευκτική του πλαγίου λόγου, διότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου
- διάταξη εννοιών, πραγμάτων υλικών ή άυλων, γεγονότων, κλπ σε συγκεκριμένη σειρά. Βικιλεξικό
- θρησκείαη ιεροτελεστία με λατρευτικό χαρακτήρα, τακτική ή έκτακτη, που καθορίζεται από το τυπικό της Εκκλησίας και σχετίζεται με τη Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
- οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα
- μαθηματικάκάθε συνάρτηση που έχει σαν πεδίο ορισμού το σύνολο των φυσικών αριθμών Βικιλεξικό
- πληροφορικήκατηγορία δομών δεδομένων (data structures) που έχουν χαρακτηριστικά ακολουθίας, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακολουθία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκολουθία (πομπή, συνοδεία) < ἀκόλουθος :* για τη σημασία «σειρά σκέψης» < σημασία στην ελληνιστική κοινή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακολουθία | ακολουθίες |
| Γενική | ακολουθίας | ακολουθιών |
| Αιτιατική | ακολουθία | ακολουθίες |
| Κλητική | ακολουθία | ακολουθίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →