Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακολουθία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η λογική σειρά σκέψης, λόγου και πράξης, η συνεχής και συνεκτική διαδοχή τους Βικιλεξικό
    • το κείμενό σου δεν έχει ακολουθία, άρα δε θα πείσει
  2. η ομάδα ανθρώπων που ακολουθεί ή συνοδεύει σημαντικά (συνήθως) πρόσωπα Βικιλεξικό
    • εμφανίστηκε η δημοφιλής ηθοποιός με την ακολουθία της
  3. γραμματικήακολουθία των χρόνων: η συντακτική σχέση και συμφωνία των ρημάτων ανάμεσα την κύρια και τη δευτερεύουσα (εξαρτημένη) πρόταση που καθορίζεται από κανόνες Βικιλεξικό
    • σύμφωνα με την ακολουθία των χρόνων, η δευτερεύουσα εκφέρεται με Ευκτική του πλαγίου λόγου, διότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου
  4. διάταξη εννοιών, πραγμάτων υλικών ή άυλων, γεγονότων, κλπ σε συγκεκριμένη σειρά. Βικιλεξικό
  5. θρησκείαη ιεροτελεστία με λατρευτικό χαρακτήρα, τακτική ή έκτακτη, που καθορίζεται από το τυπικό της Εκκλησίας και σχετίζεται με τη Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
    • οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα
  6. μαθηματικάκάθε συνάρτηση που έχει σαν πεδίο ορισμού το σύνολο των φυσικών αριθμών Βικιλεξικό
  7. πληροφορικήκατηγορία δομών δεδομένων (data structures) που έχουν χαρακτηριστικά ακολουθίας, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακολουθία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκολουθία (πομπή, συνοδεία) < ἀκόλουθος :* για τη σημασία «σειρά σκέψης» < σημασία στην ελληνιστική κοινή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακολουθίαακολουθίες
Γενικήακολουθίαςακολουθιών
Αιτιατικήακολουθίαακολουθίες
Κλητικήακολουθίαακολουθίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →