ακολουθούμενος
•
- που τον ακολουθούν (για πρόσωπα) Βικιλεξικό
- εφτασε στην δεξίωση ακολουθούμενος από τους παρατρεχάμενούς του
- που ακολουθείται, που εφαρμόζεται Βικιλεξικό
- η ακολουθούμενη τακτική δεν οδηγεί πουθενά
Ετυμολογία
ακολουθούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα ακολουθώ
Άλλοι τύποι
ακολουθούμεναακολουθούμενεακολουθούμενεςακολουθούμενηακολουθούμενηςακολουθούμενοακολουθούμενοιακολουθούμενοςακολουθούμενουακολουθούμενουςακολουθούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →