Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακολουθούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον ακολουθούν (για πρόσωπα) Βικιλεξικό
    • εφτασε στην δεξίωση ακολουθούμενος από τους παρατρεχάμενούς του
  2. που ακολουθείται, που εφαρμόζεται Βικιλεξικό
    • η ακολουθούμενη τακτική δεν οδηγεί πουθενά

Ετυμολογία

ακολουθούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα ακολουθώ

Άλλοι τύποι

ακολουθούμεναακολουθούμενεακολουθούμενεςακολουθούμενηακολουθούμενηςακολουθούμενοακολουθούμενοιακολουθούμενοςακολουθούμενουακολουθούμενουςακολουθούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →