ακονιστής
•
- επάγγελμααυτός που ακονίζει διάφορα κοπτικά εργαλεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακονιστής < ακονίζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακονιστής | ακονιστές |
| Γενική | ακονιστή | ακονιστών |
| Αιτιατική | ακονιστή | ακονιστές |
| Κλητική | ακονιστή | ακονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →