ακονιστικός
•
- κατάλληλος για ακόνισμα ή που έχει σχέση μ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακονιστικός < ακονίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακονιστικός | ακονιστική | ακονιστικό |
| Γενική | ακονιστικού | ακονιστικής | ακονιστικού |
| Αιτιατική | ακονιστικό | ακονιστική | ακονιστικό |
| Κλητική | ακονιστικέ | ακονιστική | ακονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακονιστικοί | ακονιστικές | ακονιστικά |
| Γενική | ακονιστικών | ακονιστικών | ακονιστικών |
| Αιτιατική | ακονιστικούς | ακονιστικές | ακονιστικά |
| Κλητική | ακονιστικοί | ακονιστικές | ακονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →