Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κατάλληλος για ακόνισμα ή που έχει σχέση μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακονιστικός < ακονίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακονιστικόςακονιστικήακονιστικό
Γενικήακονιστικούακονιστικήςακονιστικού
Αιτιατικήακονιστικόακονιστικήακονιστικό
Κλητικήακονιστικέακονιστικήακονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακονιστικοίακονιστικέςακονιστικά
Γενικήακονιστικώνακονιστικώνακονιστικών
Αιτιατικήακονιστικούςακονιστικέςακονιστικά
Κλητικήακονιστικοίακονιστικέςακονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →