Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακονίζω

/a.koˈni.zo/ρήμα
•
  1. οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό Βικιλεξικό
  2. οξύνω κάτι μυτερό, ειδικά δόντια ή νύχια Βικιλεξικό
    • αρέσει στις γάτες μου να ακονίζουν τα νύχια τους στον καναπέ
  3. μεταφορικάετοιμάζομαι για επίθεση Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάβελτιώνω τις διανοητικές μου ικανότητες Βικιλεξικό
    • ακονίζω το μυαλό μου κάνοντας σταυρόλεξα

Ετυμολογία

ακονίζω < μεσαιωνική ελληνική ακονίζω < αρχαία ελληνική ἀκονάω < ἀκόνη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςακονίζωακονίζειςακονίζειακονίζουμεακονίζετεακονίζουν / ακονίζουνε
Παρατατικόςακόνιζαακόνιζεςακόνιζεακονίζαμεακονίζατεακονίζαν / ακονίζανε / ακόνιζαν
Αόριστοςακόνισαακόνισεςακόνισεακονίσαμεακονίσατεακονίσαν / ακονίσανε / ακόνισαν
Μέλλονταςθα ακονίζω / θα ακονίσωθα ακονίζεις / θα ακονίσειςθα ακονίζει / θα ακονίσειθα ακονίζουμε / θα ακονίσουμεθα ακονίζετε / θα ακονίσετεθα ακονίζουν / θα ακονίζουνε / θα ακονίσουν / θα ακονίσουνε
Παρακείμενοςέχω ακονίσειέχεις ακονίσειέχει ακονίσειέχουμε ακονίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ακονίσειείχες ακονίσειείχε ακονίσειείχαμε ακονίσει——
Υποτακτικήνα έχω ακονίσει / να ακονίζω / να ακονίσωνα έχεις ακονίσει / να ακονίζεις / να ακονίσειςνα έχει ακονίσει / να ακονίζει / να ακονίσεινα έχουμε ακονίσει / να ακονίζουμε / να ακονίσουμενα ακονίζετε / να ακονίσετενα ακονίζουν / να ακονίζουνε / να ακονίσουν / να ακονίσουνε
Προστακτική—έχε ακονισμένο / ακόνιζε / ακόνισε——ακονίζετε / ακονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →