ακονίζω
•
- οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό Βικιλεξικό
- οξύνω κάτι μυτερό, ειδικά δόντια ή νύχια Βικιλεξικό
- αρέσει στις γάτες μου να ακονίζουν τα νύχια τους στον καναπέ
- μεταφορικάετοιμάζομαι για επίθεση Βικιλεξικό
- μεταφορικάβελτιώνω τις διανοητικές μου ικανότητες Βικιλεξικό
- ακονίζω το μυαλό μου κάνοντας σταυρόλεξα
Ετυμολογία
ακονίζω < μεσαιωνική ελληνική ακονίζω < αρχαία ελληνική ἀκονάω < ἀκόνη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακονίζω | ακονίζεις | ακονίζει | ακονίζουμε | ακονίζετε | ακονίζουν / ακονίζουνε |
| Παρατατικός | ακόνιζα | ακόνιζες | ακόνιζε | ακονίζαμε | ακονίζατε | ακονίζαν / ακονίζανε / ακόνιζαν |
| Αόριστος | ακόνισα | ακόνισες | ακόνισε | ακονίσαμε | ακονίσατε | ακονίσαν / ακονίσανε / ακόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ακονίζω / θα ακονίσω | θα ακονίζεις / θα ακονίσεις | θα ακονίζει / θα ακονίσει | θα ακονίζουμε / θα ακονίσουμε | θα ακονίζετε / θα ακονίσετε | θα ακονίζουν / θα ακονίζουνε / θα ακονίσουν / θα ακονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακονίσει | έχεις ακονίσει | έχει ακονίσει | έχουμε ακονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακονίσει | είχες ακονίσει | είχε ακονίσει | είχαμε ακονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακονίσει / να ακονίζω / να ακονίσω | να έχεις ακονίσει / να ακονίζεις / να ακονίσεις | να έχει ακονίσει / να ακονίζει / να ακονίσει | να έχουμε ακονίσει / να ακονίζουμε / να ακονίσουμε | να ακονίζετε / να ακονίσετε | να ακονίζουν / να ακονίζουνε / να ακονίσουν / να ακονίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ακονισμένο / ακόνιζε / ακόνισε | — | — | ακονίζετε / ακονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →