ακοντίζω
•
- τραυματίζω κάποιον με ακόντιο Βικιλεξικό
- εξακοντίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακοντίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκοντίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακοντίζω | ακοντίζεις | ακοντίζει | ακοντίζουμε | ακοντίζετε | ακοντίζουν / ακοντίζουνε |
| Παρατατικός | ακόντιζα | ακόντιζες | ακόντιζε | ακοντίζαμε | ακοντίζατε | ακοντίζαν / ακοντίζανε / ακόντιζαν |
| Αόριστος | ακόντισα | ακόντισες | ακόντισε | ακοντίσαμε | ακοντίσατε | ακοντίσαν / ακοντίσανε / ακόντισαν |
| Μέλλοντας | θα ακοντίζω / θα ακοντίσω | θα ακοντίζεις / θα ακοντίσεις | θα ακοντίζει / θα ακοντίσει | θα ακοντίζουμε / θα ακοντίσουμε | θα ακοντίζετε / θα ακοντίσετε | θα ακοντίζουν / θα ακοντίζουνε / θα ακοντίσουν / θα ακοντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακοντίσει | έχεις ακοντίσει | έχει ακοντίσει | έχουμε ακοντίσει | έχετε ακοντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακοντίσει | είχες ακοντίσει | είχε ακοντίσει | είχαμε ακοντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακοντίσει / να ακοντίζω / να ακοντίσω | να έχεις ακοντίσει / να ακοντίζεις / να ακοντίσεις | να έχει ακοντίσει / να ακοντίζει / να ακοντίσει | να έχουμε ακοντίσει / να ακοντίζουμε / να ακοντίσουμε | να έχετε ακοντίσει / να ακοντίζετε / να ακοντίσετε | να ακοντίζουν / να ακοντίζουνε / να ακοντίσουν / να ακοντίσουνε |
| Προστακτική | — | ακόντιζε / ακόντισε | — | — | ακοντίζετε / ακοντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →