ακράτεια
•
- λόγιοη ιδιότητα αυτού που δεν μπορεί να ελέγξει τα πάθη του Βικιλεξικό
- ιατρικήη πάθηση ασθενούς ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατήσει τις απεκκρίσεις Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ακράτεια ούρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακράτεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκράτεια :* για τον ιατρικό όρο < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική incontinence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακράτεια | ακράτειες |
| Γενική | ακράτειας | ακρατειών |
| Αιτιατική | ακράτεια | ακράτειες |
| Κλητική | ακράτεια | ακράτειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →