Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρατής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι συγκρατημένος, δεν συγκρατιέται Βικιλεξικό
  2. ακόλαστος, άσωτος, έκλυτος Βικιλεξικό
  3. αδύναμος, που δεν υπερισχύει Βικιλεξικό
  4. ετυμολογία 2που έχει ακράτεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρατής < αρχαία ελληνική ἀκρατής < ἀ- + κρατέω # ακρατής < ακράτεια (ίδια ρίζα, όμως ιατρικός όρος) + -ής, -ής, -ές

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακρατήςακρατήςακρατές
Γενικήακρατούςακρατούςακρατούς
Αιτιατικήακρατήακρατήακρατές
Κλητικήακρατή / ακρατήςακρατήςακρατές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακρατείςακρατείςακρατή
Γενικήακρατώνακρατώνακρατών
Αιτιατικήακρατείςακρατείςακρατή
Κλητικήακρατείςακρατείςακρατή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →