Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακριβής

/a.kɾiˈvis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση Βικιλεξικό
    • ακριβείς διαστάσεις, ακριβές μέγεθος, ακριβής τιμή
  2. που προσδιορίζεται με τρόπο απόλυτο, με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια και όχι κατά προσέγγιση Βικιλεξικό
    • ακριβής ώρα, ακριβής διάγνωση
  3. που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή παρερμηνείας Βικιλεξικό
    • ακριβής μετάφραση, ακριβής διατύπωση, ακριβείς πληροφορίες
    • «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  4. που διακρίνεται από συνέπεια, ο συνεπής, ο τακτικός Βικιλεξικό
    • Είναι ακριβής στα ραντεβού του.

Ετυμολογία

ακριβής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκριβής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριβήςακριβήςακριβές
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →