ακριβώς
•
- έτσι όπως το λέει κάποιος, χωρίς αποκλίσεις, αλλαγές η διαφορές Βικιλεξικό
- δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα
- για θέση, ποσότητα, χρονικό σημείο κλπ. που περιγράφεται με ακρίβεια, όχι "στο περίπου" Βικιλεξικό
- του έκανε εντύπωση πως το λεωφορείο έφυγε στις 15.00 ακριβώς, χωρίς καμία καθυστέρηση
- στεκόταν ακριβώς πίσω της, χωρίς να κάνει το παραμικρό θόρυβο
- λέγεται ως ένδειξη συμφωνίας σε μια παρατήρηση, ένα σχόλιο, κλπ. Βικιλεξικό
- Ξέρεις τι μου τη δίνει σε όλη αυτή την υπόθεση;
- Το ότι εμείς κάνουμε τις αγγαρείες ενώ αυτός τεμπελιάζει;
Ετυμολογία
ακριβώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκριβῶς < ἀκριβής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →