ακροαματικότητα
•
- το μέγεθος των ακροατών που παρακολουθεί μια εκπομπή ραδιοφωνική ή τηλεοπτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροαματικότητα < ακροαματικ(ός) + -ότης > -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροαματικότητα | ακροαματικότητες |
| Γενική | ακροαματικότητας | ακροαματικοτήτων |
| Αιτιατική | ακροαματικότητα | ακροαματικότητες |
| Κλητική | ακροαματικότητα | ακροαματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →