ακρόαση
•
- η προσεκτική παρακολούθηση ομιλίας, μουσικού έργου ή άλλης πηγής ήχου Βικιλεξικό
- η υποδοχή κάποιου ώστε να κάνει επίσημο αίτημα (συνήθως σε αρχή) Βικιλεξικό
- η παρουσίαση γεγονότων, επιχειρημάτων, μαρτυρίας κλπ. μπροστά σε δικαστικές αρχές Βικιλεξικό
- ιατρικήδιάγνωση από την παρατήρηση των ήχων που παράγονται στο σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακρόαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόα(σις) + -ση : για επίσημη ακρόαση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική audience : για τον ιατρικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική auscultation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρόαση | ακροάσεις |
| Γενική | ακρόασης | ακροάσεων |
| Αιτιατική | ακρόαση | ακροάσεις |
| Κλητική | ακρόαση | ακροάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →