Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρόαση

/aˈkɾo.a.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η προσεκτική παρακολούθηση ομιλίας, μουσικού έργου ή άλλης πηγής ήχου Βικιλεξικό
  2. η υποδοχή κάποιου ώστε να κάνει επίσημο αίτημα (συνήθως σε αρχή) Βικιλεξικό
  3. η παρουσίαση γεγονότων, επιχειρημάτων, μαρτυρίας κλπ. μπροστά σε δικαστικές αρχές Βικιλεξικό
  4. ιατρικήδιάγνωση από την παρατήρηση των ήχων που παράγονται στο σώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρόαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόα(σις) + -ση : για επίσημη ακρόαση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική audience : για τον ιατρικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική auscultation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρόασηακροάσεις
Γενικήακρόασηςακροάσεων
Αιτιατικήακρόασηακροάσεις
Κλητικήακρόασηακροάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →