Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροβάτης

/a.kɾoˈva.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που περπατάει στην άκρη του σχοινιού Βικιλεξικό
  2. επαγγελματίας του θεάματος που εκτελεί επικίνδυνες ασκήσεις γυμναστικής Βικιλεξικό
    • οι ακροβάτες του τσίρκου
  3. μεταφορικάαυτός που κάνει ακροβασίες, παράτολμα ή ανορθόδοξα πράγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροβάτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροβάτης. Συγχρονικά αναλύεται σε ακρο- + -βάτης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακροβάτηςακροβάτες
Γενικήακροβάτηακροβατών
Αιτιατικήακροβάτηακροβάτες
Κλητικήακροβάτηακροβάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →