ακροβάτης
•
- επάγγελμααυτός που περπατάει στην άκρη του σχοινιού Βικιλεξικό
- επαγγελματίας του θεάματος που εκτελεί επικίνδυνες ασκήσεις γυμναστικής Βικιλεξικό
- οι ακροβάτες του τσίρκου
- μεταφορικάαυτός που κάνει ακροβασίες, παράτολμα ή ανορθόδοξα πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροβάτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροβάτης. Συγχρονικά αναλύεται σε ακρο- + -βάτης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροβάτης | ακροβάτες |
| Γενική | ακροβάτη | ακροβατών |
| Αιτιατική | ακροβάτη | ακροβάτες |
| Κλητική | ακροβάτη | ακροβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →