Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροβατώ

/a.kɾo.vaˈto/ρήμα
•
  1. βαδίζω πάνω σε τεντωμένο σχοινί ή κάνω παρόμοιες ασκήσεις ισορροπίας, πράττω ακροβασίες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάνω τολμηρές και επικίνδυνες πράξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροβατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροβατῶ (περπατώ στα δάκτυλα) κατά τον ορισμό της λέξης ακροβασία < ἀκροβάτης Συγχρονικά αναλύεται σε ακρο- + -βατώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςακροβατώακροβατείςακροβατείακροβατούμεακροβατείτεακροβατούν / ακροβατούνε
Παρατατικόςακροβατούσαακροβατούσεςακροβατούσεακροβατούσαμεακροβατούσατεακροβατούσαν / ακροβατούσανε
Αόριστοςακροβάτησαακροβάτησεςακροβάτησεακροβατήσαμεακροβατήσατεακροβάτησαν / ακροβατήσαν / ακροβατήσανε
Μέλλονταςθα ακροβατήσω / θα ακροβατώθα ακροβατήσεις / θα ακροβατείςθα ακροβατήσει / θα ακροβατείθα ακροβατήσουμε / θα ακροβατούμεθα ακροβατήσετε / θα ακροβατείτεθα ακροβατήσουν / θα ακροβατήσουνε / θα ακροβατούν / θα ακροβατούνε
Παρακείμενοςέχω ακροβατήσειέχεις ακροβατήσειέχει ακροβατήσειέχουμε ακροβατήσειέχετε ακροβατήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ακροβατήσειείχες ακροβατήσειείχε ακροβατήσειείχαμε ακροβατήσειείχατε ακροβατήσει—
Υποτακτικήνα έχω ακροβατήσει / να ακροβατήσω / να ακροβατώνα έχεις ακροβατήσει / να ακροβατήσεις / να ακροβατείςνα έχει ακροβατήσει / να ακροβατήσει / να ακροβατείνα έχουμε ακροβατήσει / να ακροβατήσουμε / να ακροβατούμενα έχετε ακροβατήσει / να ακροβατήσετε / να ακροβατείτενα ακροβατήσουν / να ακροβατήσουνε / να ακροβατούν / να ακροβατούνε
Προστακτική—ακροβάτησε——ακροβατήστε / ακροβατείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →