ακροβατώ
•
- βαδίζω πάνω σε τεντωμένο σχοινί ή κάνω παρόμοιες ασκήσεις ισορροπίας, πράττω ακροβασίες Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω τολμηρές και επικίνδυνες πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροβατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροβατῶ (περπατώ στα δάκτυλα) κατά τον ορισμό της λέξης ακροβασία < ἀκροβάτης Συγχρονικά αναλύεται σε ακρο- + -βατώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακροβατώ | ακροβατείς | ακροβατεί | ακροβατούμε | ακροβατείτε | ακροβατούν / ακροβατούνε |
| Παρατατικός | ακροβατούσα | ακροβατούσες | ακροβατούσε | ακροβατούσαμε | ακροβατούσατε | ακροβατούσαν / ακροβατούσανε |
| Αόριστος | ακροβάτησα | ακροβάτησες | ακροβάτησε | ακροβατήσαμε | ακροβατήσατε | ακροβάτησαν / ακροβατήσαν / ακροβατήσανε |
| Μέλλοντας | θα ακροβατήσω / θα ακροβατώ | θα ακροβατήσεις / θα ακροβατείς | θα ακροβατήσει / θα ακροβατεί | θα ακροβατήσουμε / θα ακροβατούμε | θα ακροβατήσετε / θα ακροβατείτε | θα ακροβατήσουν / θα ακροβατήσουνε / θα ακροβατούν / θα ακροβατούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακροβατήσει | έχεις ακροβατήσει | έχει ακροβατήσει | έχουμε ακροβατήσει | έχετε ακροβατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακροβατήσει | είχες ακροβατήσει | είχε ακροβατήσει | είχαμε ακροβατήσει | είχατε ακροβατήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ακροβατήσει / να ακροβατήσω / να ακροβατώ | να έχεις ακροβατήσει / να ακροβατήσεις / να ακροβατείς | να έχει ακροβατήσει / να ακροβατήσει / να ακροβατεί | να έχουμε ακροβατήσει / να ακροβατήσουμε / να ακροβατούμε | να έχετε ακροβατήσει / να ακροβατήσετε / να ακροβατείτε | να ακροβατήσουν / να ακροβατήσουνε / να ακροβατούν / να ακροβατούνε |
| Προστακτική | — | ακροβάτησε | — | — | ακροβατήστε / ακροβατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →