ακροβολισμός
•
- στρατιωτικός όροςη τοποθέτηση στρατιωτών σε σκόρπιες τυχαίες θέσεις, η πράξη ή το αποτέλεσμα του ακροβολίζομαι Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςοι δοκιμαστικές βολές που ανταλλάσσονται από μακριά μεταξύ αντιπάλων παρατάξεων πριν την κύρια μάχη Βικιλεξικό
- μεταφορικάκρυφές προσβολές και χυδαιολογίες που εκφράζονται μέσω υπαινιγμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροβολισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκροβολισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροβολισμός | ακροβολισμοί |
| Γενική | ακροβολισμού | ακροβολισμών |
| Αιτιατική | ακροβολισμό | ακροβολισμούς |
| Κλητική | ακροβολισμέ | ακροβολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →