ακροβολίζω
•
- στρατιωτικός όροςπαρατάσσω τους στρατιώτες σε τέτοιες θέσεις, ώστε να μπορούν να βλάψουν τον εχθρό από σχετικά μακριά και κρυμμένοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροβολίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκροβολίζω < ἀκροβόλος < → δείτε ἀκρη (ακρο-) + βάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακροβολίζω | ακροβολίζεις | ακροβολίζει | ακροβολίζουμε | ακροβολίζετε | ακροβολίζουν / ακροβολίζουνε |
| Παρατατικός | ακροβόλιζα | ακροβόλιζες | ακροβόλιζε | ακροβολίζαμε | ακροβολίζατε | ακροβολίζαν / ακροβολίζανε / ακροβόλιζαν |
| Αόριστος | ακροβόλισα | ακροβόλισες | ακροβόλισε | ακροβολίσαμε | ακροβολίσατε | ακροβολίσαν / ακροβολίσανε / ακροβόλισαν |
| Μέλλοντας | θα ακροβολίζω / θα ακροβολίσω | θα ακροβολίζεις / θα ακροβολίσεις | θα ακροβολίζει / θα ακροβολίσει | θα ακροβολίζουμε / θα ακροβολίσουμε | θα ακροβολίζετε / θα ακροβολίσετε | θα ακροβολίζουν / θα ακροβολίζουνε / θα ακροβολίσουν / θα ακροβολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακροβολίσει | έχεις ακροβολίσει | έχει ακροβολίσει | έχουμε ακροβολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακροβολίσει | είχες ακροβολίσει | είχε ακροβολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακροβολίσει / να ακροβολίζω / να ακροβολίσω | να έχεις ακροβολίσει / να ακροβολίζεις / να ακροβολίσεις | να έχει ακροβολίσει / να ακροβολίζει / να ακροβολίσει | να έχουμε ακροβολίσει / να ακροβολίζουμε / να ακροβολίσουμε | να ακροβολίζετε / να ακροβολίσετε | να ακροβολίζουν / να ακροβολίζουνε / να ακροβολίσουν / να ακροβολίσουνε |
| Προστακτική | — | ακροβόλιζε / ακροβόλισε | — | — | ακροβολίζετε / ακροβολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακροβολίστηκαακροβολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →