Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροδεξιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήπολιτικός χώρος που συγκεντρώνει κόμματα με συντηρητικές, ολοκληρωτικές και εθνικιστικές απόψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροδεξιά < ακρο- + δεξιά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ακροδεξιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακροδεξιά—
Γενικήακροδεξιάς—
Αιτιατικήακροδεξιά—
Κλητικήακροδεξιά—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →