ακροάζομαι
•
- ακούω πάρα πολύ προσεκτικά κάτι Βικιλεξικό
- ειδικότεραεξετάζω ασθενή ακούγοντας τους ήχους που δημιουργούνται στο θώρακα ή την κοιλιακή χώρα με ή χωρίς ειδικό ακουστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκροάζομαι < μεταπλασμένος τύπος του ἀκροάομαι / ἀκροῶμαι : για τον ιατρικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ausculter
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακροάζομαι | ακροάζεσαι | ακροάζεται | ακροαζόμαστε | ακροάζεστε | ακροάζονται |
| Παρατατικός | ακροαζόμουν / ακροαζόμουνα | ακροαζόσουν / ακροαζόσουνα | ακροαζόταν / ακροαζότανε | ακροαζόμασταν / ακροαζόμαστε | ακροαζόσασταν / ακροαζόσαστε | ακροάζονταν / ακροαζόντουσαν |
| Αόριστος | ακροάστηκα | ακροάστηκες | ακροάστηκε | ακροαστήκαμε | ακροαστήκατε | ακροάστηκαν / ακροαστήκαν / ακροαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ακροάζομαι / θα ακροαστώ | θα ακροάζεσαι / θα ακροαστείς | θα ακροάζεται / θα ακροαστεί | θα ακροαζόμαστε / θα ακροαστούμε | θα ακροάζεστε / θα ακροαστείτε | θα ακροάζονται / θα ακροαστούν / θα ακροαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακροαστεί | έχεις ακροαστεί | έχει ακροαστεί | έχουμε ακροαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακροαστεί | είχες ακροαστεί | είχε ακροαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακροαστεί / να ακροάζομαι / να ακροαστώ | να έχεις ακροαστεί / να ακροάζεσαι / να ακροαστείς | να έχει ακροαστεί / να ακροάζεται / να ακροαστεί | να έχουμε ακροαστεί / να ακροαζόμαστε / να ακροαστούμε | να ακροάζεστε / να ακροαστείτε | να ακροάζονται / να ακροαστούν / να ακροαστούνε |
| Προστακτική | — | ακροάσου | — | — | ακροάζεστε / ακροαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →