ακτήμων
•
- λόγιοπου δεν έχει κτηματική περιουσία Βικιλεξικό
- Ακτήμονες αγρότες εναντίον εταιριών βιοτεχνολογίας (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 17 Μάρτη 2006)
- λόγιοεκείνος που δεν έχει καμία κτήση, ακίνητη περιουσία, κανένα διαμέρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτήμων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκτήμων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτήμονας / ακτήμων | ακτήμων | ακτήμον |
| Γενική | ακτήμονα / ακτήμονος | ακτήμονος | ακτήμονος |
| Αιτιατική | ακτήμονα | ακτήμονα | ακτήμον |
| Κλητική | ακτήμονα / ακτήμων | ακτήμων | ακτήμον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτήμονες | ακτήμονες | ακτήμονα |
| Γενική | ακτημόνων | ακτημόνων | ακτημόνων |
| Αιτιατική | ακτήμονες | ακτήμονες | ακτήμονα |
| Κλητική | ακτήμονες | ακτήμονες | ακτήμονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →