Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτημονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου στερείται ιδιοκτησίας (κτημάτων) ή περιουσιακών στοιχείων Βικιλεξικό
  2. σπάνιογια αγροτεμάχιο ή ακίνητο που δεν έχει δηλωμένο ιδιοκτήτη ή ανήκει στο Δημόσιο λόγω έλλειψης κυριότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακτημονικός < μεσαιωνική ελληνική ἀκτημονικός < αρχαία ελληνική ἀκτήμων < κτῆμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακτημονικόςακτημονικήακτημονικό
Γενικήακτημονικούακτημονικήςακτημονικού
Αιτιατικήακτημονικόακτημονικήακτημονικό
Κλητικήακτημονικέακτημονικήακτημονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακτημονικοίακτημονικέςακτημονικά
Γενικήακτημονικώνακτημονικώνακτημονικών
Αιτιατικήακτημονικούςακτημονικέςακτημονικά
Κλητικήακτημονικοίακτημονικέςακτημονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →