ακτημονικός
•
- σπάνιοπου στερείται ιδιοκτησίας (κτημάτων) ή περιουσιακών στοιχείων Βικιλεξικό
- σπάνιογια αγροτεμάχιο ή ακίνητο που δεν έχει δηλωμένο ιδιοκτήτη ή ανήκει στο Δημόσιο λόγω έλλειψης κυριότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτημονικός < μεσαιωνική ελληνική ἀκτημονικός < αρχαία ελληνική ἀκτήμων < κτῆμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτημονικός | ακτημονική | ακτημονικό |
| Γενική | ακτημονικού | ακτημονικής | ακτημονικού |
| Αιτιατική | ακτημονικό | ακτημονική | ακτημονικό |
| Κλητική | ακτημονικέ | ακτημονική | ακτημονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτημονικοί | ακτημονικές | ακτημονικά |
| Γενική | ακτημονικών | ακτημονικών | ακτημονικών |
| Αιτιατική | ακτημονικούς | ακτημονικές | ακτημονικά |
| Κλητική | ακτημονικοί | ακτημονικές | ακτημονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →