Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτοπλοΐα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όρος: η ναυσιπλοΐα σε περιορισμένη απόσταση από τις ακτές Βικιλεξικό
  2. γενικά η ναυτική τέχνη θαλασσοπλοΐας με τη βοήθεια χαρακτηριστικών σημείων ξηράς Βικιλεξικό
  3. η δια πλοίων εξυπηρέτηση εσωτερικής εμπορικής και επιβατικής συγκοινωνίας κατά μήκος ακτών και νήσων Βικιλεξικό
  4. νομικός όροςαποκλειστικό δικαίωμα κάθε ναυτικής χώρας η εσωτερική θαλάσσια, ποτάμια ή λιμναία συγκοινωνία να επιχειρείται με μέσα της ίδιας της χώρας (καμποτάζ). Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακτοπλοΐα < ακτή + -πλοΐα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακτοπλοΐαακτοπλοΐες
Γενικήακτοπλοΐαςακτοπλοϊών
Αιτιατικήακτοπλοΐαακτοπλοΐες
Κλητικήακτοπλοΐαακτοπλοΐες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →