Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακυκλοφόρητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει κυκλοφορήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακυκλοφόρητος < α- + κυκλοφορώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακυκλοφόρητοςακυκλοφόρητηακυκλοφόρητο
Γενικήακυκλοφόρητουακυκλοφόρητηςακυκλοφόρητου
Αιτιατικήακυκλοφόρητοακυκλοφόρητηακυκλοφόρητο
Κλητικήακυκλοφόρητεακυκλοφόρητηακυκλοφόρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακυκλοφόρητοιακυκλοφόρητεςακυκλοφόρητα
Γενικήακυκλοφόρητωνακυκλοφόρητωνακυκλοφόρητων
Αιτιατικήακυκλοφόρητουςακυκλοφόρητεςακυκλοφόρητα
Κλητικήακυκλοφόρητοιακυκλοφόρητεςακυκλοφόρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →