κυκλοφορημένος
•
- που έχει τεθεί σε κυκλοφορία, που έχει δημοσιευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κυκλοφορημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κυκλοφορώ (ρήμα χωρίς παθητική φωνή)
Άλλοι τύποι
κυκλοφορημένακυκλοφορημένεκυκλοφορημένεςκυκλοφορημένηκυκλοφορημένηςκυκλοφορημένοκυκλοφορημένοικυκλοφορημένοςκυκλοφορημένουκυκλοφορημένουςκυκλοφορημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →