αλάβαστρο
•
- λίθος, παραλλαγή γύψου, κυρίως χρώματος χιονόλευκου ή ρόδινου με τον οποίο κατασκευάζονται κομψοτεχνήματα Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαείδος αρχαίου αγγείου με ψηλό σώμα και μικρό στόμιο Βικιλεξικό
- Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
Ετυμολογία
αλάβαστρο < ελληνιστική κοινή ἀλάβαστρον < αρχαία ελληνική ἀλάβαστρος, ἀλάβαστος ( > αλάβαστρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάβαστρο | αλάβαστρα |
| Γενική | αλάβαστρου | αλάβαστρων |
| Αιτιατική | αλάβαστρο | αλάβαστρα |
| Κλητική | αλάβαστρο | αλάβαστρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →