Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλίευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αλιείατο πιάσιμο ψαριών, είτε για τροφή, είτε για άθλημα Βικιλεξικό
    • Όταν όμως γίνεται υπεραλίευση, ο πληθυσμός των ψαριών δεν προλαβαίνει να αναπαραχθεί και έτσι μακροχρόνια η αλίευση ικανοποιητικών ποσοτήτων θα είναι αδύνατη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Οι νόμοι της ηλιθιότητας και οι νόμοι του συμφέροντος, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

αλίευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁλίευσις < ἁλιεύω + -σις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλίευσηαλιεύσεις
Γενικήαλίευσηςαλιεύσεων
Αιτιατικήαλίευσηαλιεύσεις
Κλητικήαλίευσηαλιεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →