αλιεύω
•
- επίσημοψαρεύω Βικιλεξικό
- αλιεύω ψήφους: συγκεντρώνω ψήφους
- αλιεύω μαργαριτάρια > ανακαλύπτω σοβαρά εκφραστικά λάθη λόγου
- Από τα βιβλία αυτά ο Κόνολι σταχυολόγησε ένα χρήσιμο γλωσσάρι απαρχαιωμένων όρων των οποίων έκανε ενσυνείδητη χρήση, παρόλο που – ή μάλλον ακριβώς επειδή – πρόκειται για σπάνιες λέξεις που δεν μπορεί κανείς να αλιεύσει στα σύγχρονα λεξικά (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 403-406, 2000, σελ. 48)
Ετυμολογία
αλιεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁλιεύω < αρχαία ελληνική ἁλιεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλιεύω | αλιεύεις | αλιεύει | αλιεύουμε | αλιεύετε | αλιεύουν / αλιεύουνε |
| Παρατατικός | αλίευα | αλίευες | αλίευε | αλιεύαμε | αλιεύατε | αλίευαν / αλιεύαν / αλιεύανε |
| Αόριστος | αλίευσα | αλίευσες | αλίευσε | αλιεύσαμε | αλιεύσατε | αλίευσαν / αλιεύσαν / αλιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αλιεύσω / θα αλιεύω | θα αλιεύεις / θα αλιεύσεις | θα αλιεύει / θα αλιεύσει | θα αλιεύουμε / θα αλιεύσουμε | θα αλιεύετε / θα αλιεύσετε | θα αλιεύουν / θα αλιεύουνε / θα αλιεύσουν / θα αλιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλιεύσει | έχεις αλιεύσει | έχει αλιεύσει | έχουμε αλιεύσει | έχετε αλιεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλιεύσει | είχες αλιεύσει | είχε αλιεύσει | είχαμε αλιεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλιεύσει / να αλιεύσω / να αλιεύω | να έχεις αλιεύσει / να αλιεύεις / να αλιεύσεις | να έχει αλιεύσει / να αλιεύει / να αλιεύσει | να έχουμε αλιεύσει / να αλιεύουμε / να αλιεύσουμε | να έχετε αλιεύσει / να αλιεύετε / να αλιεύσετε | να αλιεύουν / να αλιεύουνε / να αλιεύσουν / να αλιεύσουνε |
| Προστακτική | — | αλίευε / αλίευσε | — | — | αλιεύετε / αλιεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →