αλαζονεύομαι
•
- συμπεριφέρομαι αλαζονικά, υπερφίαλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαζονεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλαζονεύομαι (περιαυτολογώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλαζονεύομαι | αλαζονεύεσαι | αλαζονεύεται | αλαζονευόμαστε | αλαζονεύεστε | αλαζονεύονται |
| Παρατατικός | αλαζονευόμουν / αλαζονευόμουνα | αλαζονευόσουν / αλαζονευόσουνα | αλαζονευόταν / αλαζονευότανε | αλαζονευόμασταν / αλαζονευόμαστε | αλαζονευόσασταν / αλαζονευόσαστε | αλαζονευόντουσαν / αλαζονεύονταν |
| Αόριστος | αλαζονεύτηκα | αλαζονεύτηκες | αλαζονεύτηκε | αλαζονευτήκαμε | αλαζονευτήκατε | αλαζονευτήκαν / αλαζονευτήκανε / αλαζονεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αλαζονευτώ / θα αλαζονεύομαι | θα αλαζονευτείς / θα αλαζονεύεσαι | θα αλαζονευτεί / θα αλαζονεύεται | θα αλαζονευτούμε / θα αλαζονευόμαστε | θα αλαζονευτείτε / θα αλαζονεύεστε | θα αλαζονευτούν / θα αλαζονευτούνε / θα αλαζονεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αλαζονευτεί | έχεις αλαζονευτεί | έχει αλαζονευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλαζονευτεί | είχες αλαζονευτεί | είχε αλαζονευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλαζονευτεί / να αλαζονευτώ / να αλαζονεύομαι | να έχεις αλαζονευτεί / να αλαζονευτείς / να αλαζονεύεσαι | να έχει αλαζονευτεί / να αλαζονευτεί / να αλαζονεύεται | να αλαζονευτούμε / να αλαζονευόμαστε | να αλαζονευτείτε / να αλαζονεύεστε | να αλαζονευτούν / να αλαζονευτούνε / να αλαζονεύονται |
| Προστακτική | — | αλαζονεύου / αλαζονεύσου | — | — | αλαζονευτείτε / αλαζονεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →