Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαζονεία

/a.la.zoˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ανώτερο, να συμπεριφέρεται σαν αλαζόνας Βικιλεξικό
    • Παρά το θαυμασμό μου για τον ομιλητή, είχα το θράσος και την αλαζονεία να αμφισβητήσω νοερά τα λεγόμενά του. (Τεύκρος Μιχαηλίδης (2006) Πυθαγόρεια Εγκλήματα [μυθιστόρημα])
    • Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)

Ετυμολογία

αλαζονεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλαζονεία < ἀλαζονεύομαι < ἀλαζών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλαζονείααλαζονείες
Γενικήαλαζονείαςαλαζονειών
Αιτιατικήαλαζονείααλαζονείες
Κλητικήαλαζονείααλαζονείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →