αλαλιάζω
•
- λαϊκότροποκάνω κάποιον άλλο να πάθει σύγχυση, να ζαλιστεί, να χάσει τα μυαλά του Βικιλεξικό
- Ήρθε στο σπίτι και μας αλάλιασε όλους με την πολυλογία του.
- λαϊκότροποχάνω τα λογικά μου και την ψυχραιμία μου από μια συμφορά ή μια αναποδιά που εγώ θεωρώ πολύ σημαντική, τα χάνω, φέρομαι σαν παράφρων Βικιλεξικό
- Όταν έμαθα ότι θα κλείσει η εταιρία, αλάλιασα.
Ετυμολογία
αλαλιάζω < άλαλ(ος) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλαλιάζω | αλαλιάζεις | αλαλιάζει | αλαλιάζουμε | αλαλιάζετε | αλαλιάζουν / αλαλιάζουνε |
| Παρατατικός | αλάλιαζα | αλάλιαζες | αλάλιαζε | αλαλιάζαμε | αλαλιάζατε | αλάλιαζαν / αλαλιάζαν / αλαλιάζανε |
| Αόριστος | αλάλιασα | αλάλιασες | αλάλιασε | αλαλιάσαμε | αλαλιάσατε | αλάλιασαν / αλαλιάσαν / αλαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αλαλιάζω / θα αλαλιάσω | θα αλαλιάζεις / θα αλαλιάσεις | θα αλαλιάζει / θα αλαλιάσει | θα αλαλιάζουμε / θα αλαλιάσουμε | θα αλαλιάζετε / θα αλαλιάσετε | θα αλαλιάζουν / θα αλαλιάζουνε / θα αλαλιάσουν / θα αλαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλαλιάσει | έχεις αλαλιάσει | έχει αλαλιάσει | έχουμε αλαλιάσει | έχετε αλαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλαλιάσει | είχες αλαλιάσει | είχε αλαλιάσει | είχαμε αλαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλαλιάσει / να αλαλιάζω / να αλαλιάσω | να έχεις αλαλιάσει / να αλαλιάζεις / να αλαλιάσεις | να έχει αλαλιάσει / να αλαλιάζει / να αλαλιάσει | να έχουμε αλαλιάσει / να αλαλιάζουμε / να αλαλιάσουμε | να έχετε αλαλιάσει / να αλαλιάζετε / να αλαλιάσετε | να αλαλιάζουν / να αλαλιάζουνε / να αλαλιάσουν / να αλαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | αλάλιαζε / αλάλιασε | — | — | αλαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →