Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλανιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με αλανιάρη ή χαρακτηριστικός αυτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλανιάρικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλανιάρικοςαλανιάρικηαλανιάρικο
Γενικήαλανιάρικουαλανιάρικηςαλανιάρικου
Αιτιατικήαλανιάρικοαλανιάρικηαλανιάρικο
Κλητικήαλανιάρικεαλανιάρικηαλανιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλανιάρικοιαλανιάρικεςαλανιάρικα
Γενικήαλανιάρικωναλανιάρικωναλανιάρικων
Αιτιατικήαλανιάρικουςαλανιάρικεςαλανιάρικα
Κλητικήαλανιάρικοιαλανιάρικεςαλανιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →